ἠβαιός

ἠβαιός
Grammatical information: adj.
Meaning: `little, small', in the Il. only with the negation οὑδ' ἠβαιόν `not even a little' (5 times), οὑδ' ἠβαιαί (Ξ 141), later also without negation (ι 462, Opp.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Acc. to Leumann Hom. Wörter 50 (thus already Fick 1, 397; s. Bq) arisen through false word division from οὑ δη βαιόν (perhaps οὑδε βαιόν). A prefix ἠ- (Brugmann Grundr.2 2, 2, 817, Prellwitz Glotta 19, 126; s. also Winter Prothet. Vokal 47) is improbable. Wrong Güntert Reimwortbildungen 135ff. (to ἥβη).
Page in Frisk: 1,619-620

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ηβαιός — ἠβαιός, ά, όν (Α) (ιων. τ. τού βαιός) (συνήθ. με το αρνητικό ουδέ) 1. μικρός, λίγος («οὔ οἱ ἔνι φρένες, οὐδ ἠβαιαί» δεν έχει μυαλό, ούτε λίγο, Ομ. Ιλ.) 2. (το ουδ. ως επίρρ.) ἠβαιόν καθόλου («οὐδ ἠβαιόν», Ομ. Οδ.) 3. φρ. «ἠβαιὸν ἀπὸ σπείους» σε… …   Dictionary of Greek

  • ἠβαιός — small masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠβαιόν — ἠβαιός small masc acc sg ἠβαιός small neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠβαιαί — ἠβαιός small fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠβαιοῖσιν — ἠβαιός small masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠβαιῇ — ἠβαιός small fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠβαιήν — ἠβαιός small fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.